ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ posted by

ΡΕΤΡΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Η ζωή του Παρασκευά Ερινέλη που ήταν ο πρώτος φωτογράφος του Γιδά!

ΡΕΤΡΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Η ζωή του Παρασκευά Ερινέλη που ήταν ο πρώτος φωτογράφος του Γιδά!

Οι ζωές κάποιων ανθρώπων είναι τόσο έντονες και δυνατές που κάνουν  τα βιώματα ενός απλού ανθρώπου να φαντάζουν άχρωμα και ρηχά.

Mια τέτοια δυνατή ιστορία εξελίχθηκε στον ποταμό Σαγγάριο τον Αύγουστο του 1921,  όπου οι μάχες σώμα με σώμα ήταν εν εξελίξει  σε ένα τεράστιο μέτωπο περίπου εκατό χιλιομέτρων.

Το σημαντικό ήταν ότι αυτή η εκστρατεία ήταν  η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση που έκανε το Ελληνικό κράτος  με δικά του μέσα και πόρους μετά την απελευθέρωση του από τους Τούρκους.

Στα νοσοκομεία της χώρας οδηγήθηκαν χιλιάδες τραυματίες, από την μάχη του Σαγγάριου.  Ανάμεσά τους  ήταν  ο επιστρατευμένος από το Ελληνικό στοιχείο της Μικρά Ασίας,  ο εικοσιπεντάχρονος τότε Αξιωματικός του Ελληνικού στρατού, ο Παρασκευάς Ερινέλης, ο οποίος νοσηλευόταν βαριά τραυματισμένος στο θώρακα και στο κεφάλι από θραύσματα μετά από έκρηξη στο πεδίο της μάχης.

Η ζωή του Παρασκευά ξεκινάει  από το χωριό καταγωγής του, το Ελπιζλή (Hafızhüseyinbey)  της  Μητρόπολης Κυζίκου,  με 1.200 Ελληνορθόδοξους κατοίκους.

Οι περισσότεροι κάτοικοι του Ελπιζλή σφαγιάστηκαν το 1922 μετά την ξαφνική αποχώρηση του ελληνικού στρατού από το Γκιονέν.

Ο Παρασκευάς λοιπόν γεννήθηκε  το 1896. Οι γονείς του ήταν ο Κωνσταντίνος  και η Ελένη Ερινέλη και είχε  7 αδέλφια. Ο πατέρας του  είχε ενεργή παρουσία στα κοινά ως πρόεδρος του χωριού αλλά και ως  ιδιοκτήτης καφενείου και  μύλου της περιοχής. Η οικογένεια Ερινέλη θεωρούνταν θεοσεβούμενη και ευτυχισμένη. Ο Παρασκευάς όπως και τα άλλα αδέλφια του βοηθούσαν αγόγγυστα  στις δουλειές  του πατέρα τους, πότε στο καφενείο και πότε στον μύλο.

Η ζωή στο χωριό κυλούσε όμορφα και ήρεμα μέχρι το καλοκαίρι του 1920, όπου οι ελληνικές δυνάμεις μαζί με τις βρετανικές, προέλασαν και κατέλαβαν μια σειρά από πόλεις (Πάνορμο, Μουδανιά, Προύσα, Νικομήδεια (Ιζμίτ), Ουσάκ, Ελμπιζλί… ). Τότε ο Παρασκευάς κλήθηκε να υπηρετήσει  στον Ελληνικό στρατό  αφήνοντας πίσω του γονείς, αδέλφια, φίλους, γνωστούς αλλά  και την κοπέλα που αγαπούσε και θα την παντρεύονταν σύντομα.

Τ’ όνομα της ήταν  Άννα και είχε καταγωγή από την Προύσα. Ο πατέρας της, ο Θόδωρος Λιλιδέρης  ήταν αγγειοπλάστης στο επάγγελμα.

O Παρασκευάς και η Άννα είχαν κάνει σχέδια για το μέλλον αλλά ο πόλεμος τους τα ματαίωσε, αφήνοντας στη μέση τα όνειρα και τη φλόγα ενός νεανικού έρωτα.

Ο Παρασκευάς βαθιά φιλόπατρης, ρίχνεται με σθένος και ανδρεία στη μάχη για την υπεράσπιση των πάτριων εδαφών. Εγκαταλείπει όμως τη μάχη ύστερα από σοβαρό τραυματισμό του, όπως αρχικά αναφέρθηκε και δέχεται περίθαλψη στο νοσοκομείο της Σμύρνης. Κρίνεται όμως αναγκαίο να μεταφερθεί στην Ελλάδα. Έτσι νοσηλεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα στο  Χατζηκυριάκειο Ίδρυμα στον Πειραιά, που κατά την περίοδο της  Μικρασιατικής Εκστρατείας λειτουργούσε  ως νοσοκομείο για τους βαριά τραυματισμένους.

Ο Παρασκευάς για πολύ καιρό από το κρεβάτι του νοσοκομείου αναζητά, μέσω του Ερυθρού Σταυρού,  την οικογένεια του και την Άννα. Οι προσπάθειες του όμως κρίνονται μάταιες καθώς δε λαμβάνει καμία απάντηση. Οι μέρες περνούν χωρίς κανένα νέο και ο Παρασκευάς βρίσκεται στο νοσοκομείο με μόνη συντροφιά  τις αναμνήσεις του, την αγωνία του και τη θλίψη  του μέχρι που επιτέλους  δέχεται ένα ευχάριστο νέο.

Η πληροφορία λέει πως  ο Θεόδωρος Λιλιδέρης, πατέρας της Άννας, πρόσφυγας πλέον, εγκαταστάθηκε στο Σοχό της Θεσσαλονίκης  μαζί με την οικογένεια του ύστερα από την καταστροφή, που δέχτηκε η Σμύρνη. Χωρίς δεύτερη σκέψη ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη για να βρεθεί κοντά στην αγαπημένη του, να ξαναδεί το όμορφο πρόσωπο της και να την σφίξει στην αγκαλιά του. Άλλωστε η Άννα είναι το μοναδικό πρόσωπο που του έχει απομείνει στη ζωή, αφού η οικογένεια του  δεν έχει δώσει ως τότε κάποιο σημείο ζωής.

Στον Σοχό ο Παρασκευάς ζητά το χέρι της Άννας και μια καινούργια ζωή ξεκινά από το μηδέν. Ο  χρόνος φαίνεται να έχει σταματήσει στο Ελπιζλή, εκεί που οι δύο νέοι χωρίστηκαν παρά τη θέληση τους, υποταγμένοι στο καθήκον για την υπεράσπιση της πατρίδας.

Πλέον η κοινή ζωή τους είναι γεγονός και ο Παρασκευάς βάζει τα δυνατά του για να κερδίσει με την Άννα την ευτυχία.

Πιάνει δουλειά σ ένα φωτογράφο και με ιδιαίτερο ζήλο και μεράκι μαθαίνει την τέχνη της φωτογραφίας. Το 1928 αγοράζει μια μηχανή αξίας 6.000 δραχμών, καθώς και τα χημικά που χρειαζόταν για τις εμφανίσεις, όπως μαρτυρούν οι σημειώσεις που κρατά.

Η μεθοδικότητα και η  οργάνωση του στην καθημερινότητα του  είναι υποδειγματική. Μάλιστα ο Παρασκευάς στο τέλος της ημέρας συνήθιζε να γράφει σ ένα τετράδιο όλα τα σημαντικά γεγονότα, κρατώντας έτσι χαραγμένες όλες τις στιγμές που βίωνε.

To 1930 ο Παρασκευάς και η Άννα μετακομίζουν  στη Θεσσαλονίκη, στο Καφαντάρι, στην Α. Δημητρίου και μετά από χρόνια εγκαθίστανται στην Ξηροκρήνη. Εκεί αποκτούν το πρώτο τους παιδί, τη Μαρίκα.

Ο Παρασκευάς με την απαιτούμενη πλέον άδεια  εξασκεί το επάγγελμα του φωτογράφου σε γνωστές πιάτσες της πόλης, όπως στον Βαρδάρη, στην πλατεία Αριστοτέλους, στον Λευκό Πύργο και στο Μπεχτσινάρι ή Μπεχ Τσινάρ,   (beş-πέντε, çınar-πλατάνι – «πέντε πλατάνια») όπως ονομαζόταν παλιότερα η περιοχή της Θεσσαλονίκης, που σήμερα βρίσκεται στο λιμάνι της πόλης κοντά στη βίλα Πετρίδη, στην Πύλη Αξιού και στο Φιξ.

Ο αγώνας για την επιβίωσή είναι σκληρός και ο Παρασκευάς  φορτωμένος  με ένα τρίποδα, τη μηχανή του και ένα κουβά να ξεπλένει τις φωτογραφίες από τα χημικά πηγαίνει  κάθε μέρα στην πιάτσα του. Αγέρωχος και ακούραστος,  με βροχή κρύο, χιόνια και ήλιο  ο Παρασκευάς Ερινέλης βρισκόταν  στα πόστα του, να φυλακίζει και να αποτυπώνει τις στιγμές των ανθρώπων σε ένα κομμάτι χαρτί. Πορτρέτα του ήταν οι φαντάροι, οικογένειες και ζευγαράκια.

Τα χρόνια περνάνε  και η οικογένεια του Παρασκευά και της Ελένης μεγαλώνει. Το 1934 γεννιέται η δεύτερη κόρη τους, η Ελένη, το 1935 έρχεται ο πρώτος γιος της οικογένειας, ο Κωνσταντίνος  και το 1940 ο Χρήστος.

Στις 28 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου   «Η Ιταλία κηρύττει τον πόλεμον στην Ελλάδα…» όπως γράφει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιο του.

Ένα χρόνο μετά  στις 9 Απριλίου του ‘41 οι Γερμανοί  μπαίνουν  στη Θεσσαλονίκη. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου οι Γερμανοί  επιτάσσουν στον Σοχό το σπίτι και το μαγαζί  του Παρασκευά και φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα με τους Γερμανούς.

Η κατοχή αρχίζει να κάνει τη ζωή  δύσκολη, τα τρόφιμα αρχίζουν να ελαττώνονται δραματικά και η ανάγκη για φαγητό μεγαλώνει. Όλη αυτή η κατάσταση αγγίζει και την οικογένεια Ερινέλη. Άλλωστε ο φωτογράφος έχει να ταΐσει πέντε στόματα και πρέπει επειγόντως να κάνει κάτι …

Τότε αποφασίζει να βγει στην επαρχία και επιλέγει τον Γιδά – Aλεξάνδρεια, μια κωμόπολη με πολλά χωριά γύρω της. Νοικιάζει ένα μαγαζί δίπλα σ ένα μεγάλο κατάστημα για την εποχή εκείνη, τον Τσαλαμπουνη.

Εκεί παραμένει τρία χρόνια και στη συνέχεια μετακομίζει σ’ ένα καλύτερο μαγαζί δίπλα στο αστυνομικό τμήμα, στη σημερινή οδό Βετσοπούλου, με Μεγάλου Αλεξάνδρου γωνία. Σήμερα στο σημείο αυτό βρίσκεται το χρυσοχοείο,  η «Χρυσή  Γωνία ».

Ο Παρασκευάς κατάφερε με τον κόπο του και την άσβεστη θέλησή του από πλανόδιος φωτογράφος να αποκτήσει μια έδρα, ένα μαγαζί, με προνομιακή θέση. Εκεί εργάζεται σκληρά και εξελίσσει την τέχνη του. Στο απλό φωτογραφείο του κατασκευάζει  ένα ευρηματικό στούντιο, που η οροφή του είναι φτιαγμένη από τζάμι, για να μπαίνει το φως της ημέρα.

Με τις  κουρτίνες  ελέγχει το φωτισμό που χρειάζεται και υπερπηδώντας την έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος, που παρεχόταν στους κατοίκους  μόνο το βράδυ από τις γεννήτριες του δήμου, επιτυγχάνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τη δουλειά του. Με τον ίδιο τρόπο καταφέρνει να εκτυπώνει και τις φωτογραφίες με έναν ξύλινο εκτυπωτή. Ήταν εντυπωσιακό πως με μια ξύλινη ρετουσιερα διόρθωνε τις ατέλειες του προσώπου και επιχρωμάτιζε τις φωτογραφίες ( μπορεί να θεωρηθεί και ο πρόδρομος του «φωτοσοπ» ) .

Όλα αυτά  σώζονται μέχρι σημερα  στο μουσείο Ερινελη στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης.

Ο Παρασκευάς με έδρα πλέον την Αλεξάνδρεια αρχίζει να  περιοδεύει σε όλα τα χωριά, Επισκοπή, Καψόχωρα, Αγκαθιά, Κορυφή, Νεοχωρι. Λεφτά δεν αποκτά αλλά πληρώνεται για τις υπηρεσίες του σε είδος: όπως καλαμπόκι, όσπρια, κοτόπουλα, αυγά και φρούτα εξασφαλίζοντας έτσι φαγητό για την οικογένεια του  στα χρόνια της κατοχής.

Με άλλα λόγια καταφέρνει με μεγάλο κόπο και προσπάθεια να κρατήσει ζωντανή την οικογένειά του και να τους εξασφαλίσει το βασικότερο αγαθό για την επιβίωση τους. Όπως γράφει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιο του «καθ’ όλο τον περασμένο χειμώνα είδαν πολλά τα μάτια μου, όπου πολύς κόσμος απέθανε της πείνας μέσα στους δρόμους και σε σπίτια  με χειράμαξες τους κουβαλούσαν τους νεκρούς και μάλιστα εις ένα νεκροκρέβατο από δυο νεκρούς».

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Παρασκευάς Ερινελης φωτογράφισε ακούραστος σε όλα τα χωριά του Ρουμλουκιού,  σε  πανηγύρια, στα σχολεία στην ύπαιθρο,  στις παρελάσεις, έχοντας ως βοηθό τον μικρότερο γιο του, τον Χρήστο οποίος τον βοηθούσε κουβαλώντας το φόντο και τον τσίγκινο κουβά που εκεί έπλενε της φωτογραφίες από τα χημικά.

Ο Παρασκευάς Ερινέλης θα φωτογραφίζει την Αλεξάνδρεια μέχρι το 1960, όπου την ίδια χρονιά επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και ανοίγει στην Αγίας Σοφίας φωτογραφείο, που το ονομάζει “Φωτο Μπραζιλ”. Το διατηρεί για 9 χρόνια και το 1981  σε ηλικία 84 χρονών, βγαίνει στη σύνταξη γεμάτος από εικόνες ανθρώπων και τόπων, γεμάτος με χρωματιστές και γκρίζες στιγμές, ολοκληρωμένος και ικανοποιημένος από την πορεία του. Άλλωστε ο στόχος του να ζήσει την ευτυχία με την Άννα  της καρδιάς του και η ανατροφή των παιδιών τους, έχει επιτευχθεί.

Αγωνιστής, οραματιστής, καινοτόμος ο Παρασκευάς πάλεψε με όσες δυσκολίες συνάντησε  στη ζωή του και τα κατάφερε.

Η καλλιτεχνική του ματιά, η αποτύπωση των εικόνων, το πάγωμα του χρόνου στις στιγμές των ανθρώπων που φωτογράφισε παραμένουν ανεξίτηλα μέσα από τις φωτογραφίες του. Το οπτικό πρίσμα μέσα από το οποίο είδε τη ζωή του ο Παρασκευάς μπορεί μέσα από το υλικό που μας κληροδότησε να μας φωτίσει, να μας εμπνεύσει και να χρωματίσει τις σκέψεις μας.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Χρήστο Ερινέλη (υιός) και ιδιαιτέρως τον Ιωάννη Ερινέλη (εγγονός του Παρασκευά) που με την καθοδήγησή τους και τη ζεστή τους αφήγηση, μοιράστηκαν μαζί μας την υπέροχη ιστορία ζωής του προγόνου τους.

Η ευαισθησία και η συγκίνηση στα λόγια του ήταν η αφορμή για να αποτυπωθεί το παρόν άρθρο και να προωθηθεί ο σεβασμός για την ιστορία και τον πολιτισμό της Αλεξάνδρειας.

Καλό θα ήταν ο Δήμος μας και η πολιτεία να σταθούν αρωγοί και να δείξουν έμπρακτα την ευγνωμοσύνη τους στο πρόσωπο του Παρασκευά Ερινέλη, τιμώντας την ιστορική του διαδρομή, την προσφορά και την συμβολή του στην κοινωνική δραστηριότητα της ευρύτερης περιοχής του νομού Ημαθίας.

Επιμέλεια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ

1 Comment

  • Είμαι πολύ υπερήφανος που σε έχω ξάδερφο … δημιούργησες ζωντανεψες στιγμές

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.

Scroll Up